δίοδος


δίοδος
[диодос] ουσ. Θ. проезд, проход.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δίοδος" в других словарях:

  • δίοδος — way through fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίοδος — Ηλεκτρονική συσκευή που παρουσιάζει υψηλότατη αντίσταση σε ηλεκτρικό ρεύμα που τη διασχίζει κατά μία φορά και αμελητέα αντίσταση σε ρεύμα που τη διασχίζει κατά την αντίθετη φορά. Είναι στοιχείο μονής κατεύθυνσης και η λειτουργία της είναι ανάλογη …   Dictionary of Greek

  • δίοδος — η 1. πέρασμα, διαφυγή: Επιτρέπεται μόνο η δίοδος πεζών. 2. μονοπάτι: Υπάρχει μόνο μία δίοδος για την παραλία, ανάμεσα στα βράχια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ζένερ, δίοδος — Κρυσταλλική δίοδος πυριτίου που χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση τάσης. Στη δ.Ζ. η χαρακτηριστική καμπύλη προς το μέρος του ανάστροφου ρεύματος παρουσιάζει κατακόρυφο τμήμα, που σημαίνει ότι, αν διαβιβαστεί ρεύμα αντίθετα από την αγώγιμη φορά …   Dictionary of Greek

  • Μαγγελάνου, πορθμός του- — Δίοδος (μήκος 583 χλμ., πλάτος 20 30 χλμ.) που συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό ωκεανό, στη νότια άκρη της Νότιας Αμερικής, μεταξύ της Παταγονίας και των νησιών της Γης του Πυρός. Τον ανακάλυψε το 1520 ο Μαγγελάνος (βλ. λ. Μαγγελάνος,… …   Dictionary of Greek

  • διόδοις — δίοδος way through fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διόδοισι — δίοδος way through fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διόδου — δίοδος way through fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διόδους — δίοδος way through fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διόδων — δίοδος way through fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)